Εργατική Διαφορά

Εργατική Διαφορά

Εργατική Διαφορά

Εργατική Διαφορά

Επιστροφή

Γενικά

Εργατική Διαφορά είναι κάθε είδους διαφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου (ή εργαζομένων) που πηγάζει από τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση και αφορά στην εφαρμογή και τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.

Για την επίλυση των εργατικών διαφορών ο εργαζόμενος ή περισσότεροι εργαζόμενοι, που επικαλούνται κοινό συμφέρον, ο εργοδότης, καθώς και οι οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν την παρέμβαση της Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία στη συνέχεια συγκαλεί σε προσδιορισμένη ημερομηνία τριμερή συνάντηση (εργαζόμενος, εργοδότης και επιθεωρητής) και κατά τη διάρκειά της συζητείται το αντικείμενο της διένεξης και ο τρόπος επίλυσής της.

Αντικείμενο Εργατικών Διαφορών

Αντικείμενο εργατικών διαφορών μπορεί να είναι (ενδεικτικά):

  • οφειλές δεδουλευμένων αποδοχών και προσαυξήσεων ή άλλων παροχών που προβλέπονται σε ατομικές ή συλλογικές συμβάσεις εργασίας, Δώρου Χριστουγέννων ή Πάσχα, αποδοχών αδείας και επιδόματος αυτής,
  • μη χορήγηση κανονικής ή άλλου τύπου αδείας (γάμου, πατρότητας, φροντιστή, φροντίδας εξαρτημένου μέλους, παρακολούθησης σχολικής επίδοσης, φοιτητική, συνδικαλιστική, ειδικού σκοπού κλπ.),
  • μη καταβολή ή καταβολή μειωμένης αποζημίωσης απόλυσης,
  • θέματα προστασίας της μητρότητας, ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, διακρίσεων λόγω φυλής, θρησκεύματος, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης κ.α.,
  • θέματα σχετικά με βία και παρενόχληση στο εργασιακό περιβάλλον.

Διαδικασία επίλυσης εργατικής διαφοράς

Η διαδικασία επίλυσης της εργατικής διαφοράς αρχίζει με την κατάθεση σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο στο αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων (ΤΕΕΣ). Η αρμοδιότητα του Τμήματος προσδιορίζεται με βάση τη διεύθυνση της επιχείρησης στην οποία απασχολείται ή απασχολήθηκε ο εργαζόμενος και εντός των ορίων που προβλέπονται στο Π.Δ. 134/2017 (ΦΕΚ 168/Α΄/06-11-2017).

Η αίτηση περιλαμβάνει τα στοιχεία των μερών, καθώς και τα θέματα που αποτελούν το αντικείμενο της εργατικής διαφοράς.

Στη συνέχεια ορίζεται η ημερομηνία και η ώρα της τριμερούς συνάντησης που θα πραγματοποιηθεί στα γραφεία του αρμόδιου ΤΕΕΣ, με επί τόπου ενημέρωση του αιτούντα και αποστολή της πρόσκλησης στο άλλο μέρος με κάθε πρόσφορο μέσο (ταχυδρομείο, email, κοινοποίηση στο λογαριασμό του εργοδότη στη διαδικτυακή πύλη του ΣΕΠΕ) και αποδεικτικό επίδοσης.

Κατά την ημέρα της συζήτησης στα γραφεία του Τμήματος, εκτός από τον επιθεωρητή, παρίστανται ο εργοδότης και ο εργαζόμενος (είτε αυτοπροσώπως, είτε με εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο) καθώς και οι νομικοί τους σύμβουλοι (εφόσον κρίνεται αναγκαίο), ενώ δεν προβλέπεται η παρουσία και εξέταση άλλων προσώπων ως μαρτύρων.

Συνολικά μπορούν να συμμετάσχουν έως πέντε (5) εκπρόσωποι από κάθε ενδιαφερόμενο μέρος, πέραν των νομικών συμβούλων. Σ΄ αυτούς συμπεριλαμβάνονται κατ’ επιλογήν του κάθε μέρους, εκπρόσωποι της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή της δευτεροβάθμιας ή της όμοιοεπαγγελματικής τοιαύτης, ή του Εργατικού Κέντρου της περιοχής ή της ΓΣΕΕ εκ μέρους των εργαζομένων, καθώς και εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής οργάνωσης εκ μέρους του εργοδότη, πάντοτε όμως με την προσκόμιση σχετικών νομιμοποιητικών εγγράφων.

Στις περιπτώσεις επίλυσης διαφορών που αφορούν στην εφαρμογή των διατάξεων για την προστασία της μητρότητας, την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου ή για θέματα που αφορούν βία και παρενόχληση στο χώρο εργασίας, μπορεί να παραστεί στη συζήτηση της εργατικής διαφοράς και εκπρόσωπος του Συνηγόρου του Πολίτη, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης από την Επιθεώρηση Εργασίας.

Τέλος, μπορεί να παρίσταται διερμηνέας νοηματικής γλώσσας της Ομοσπονδίας Κωφών Ελλάδος για την υποστήριξη κωφού ή βαρήκοου ατόμου, καθώς και μεταφραστής για την υποστήριξη αλλοδαπού ατόμου.

Η συζήτηση διεξάγεται δια ζώσης, με τον επιθεωρητή να διευθύνει την όλη  διαδικασία δίνοντας το λόγο στα μέρη και φροντίζοντας για την ομαλή διεξαγωγή της. Κατά τη διάρκειά της καταγράφονται οι απόψεις και των δύο μερών και εξετάζονται τα σχετικά έγγραφα και παραστατικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει η κάθε πλευρά, με στόχο την επίλυση της διαφοράς ή το συμβιβασμό των μερών.

Εάν απουσιάζει ένα από τα μέρη χωρίς εύλογη αιτία, ο Επιθεωρητής καταγράφει τις απόψεις του παρισταμένου μέρους και αν η απουσία είναι αδικαιολόγητη, θεσπίζεται μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών αυτού.

Επόμενες ενέργειες

Ο Επιθεωρητής, αφού λάβει υπόψη του τις απόψεις των μερών και ελέγξει τα προσκομισθέντα στοιχεία, υποχρεούται να εκδώσει πόρισμα επί της διαφοράς εντός μίας εβδομάδας από τη συζήτηση.

Επιπλέον, μετά το πέρας της συζήτησης μπορεί να οριστεί προθεσμία, όχι μεγαλύτερη από μία εβδομάδα, ώστε να λυθεί η διαφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του Επιθεωρητή. Σε περίπτωση συμμόρφωσης, συντάσσεται νέο πρακτικό και η εργατική διαφορά αρχειοθετείται. Εάν όμως, η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ο Επιθεωρητής συντάσσει το ως άνω πόρισμα εντός της προθεσμίας της μίας εβδομάδας.

Αντίγραφο του πορίσματος που συντάσσεται από το Επιθεωρητή, καθώς και των συνημμένων εγγράφων, μπορούν να λάβουν με αίτησή τους τα μέρη ή οι νόμιμα εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποί τους.

Αν διαπιστωθούν παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας, ο Επιθεωρητής έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις. Αν οι παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας συνιστούν ποινικά αδικήματα, ο Επιθεωρητής υποβάλλει μήνυση ή μηνυτήρια αναφορά στον αρμόδιο Εισαγγελέα.

Τέλος, αν ο προσφεύγων επιθυμεί την ποινική δίωξη του εργοδότη, μπορεί να προσκομίσει στην Υπηρεσία υπεύθυνη δήλωση, στην οποία να δηλώνει ως παθών την επιθυμία του για άσκηση ποινικής δίωξης κατά του εργοδότη του, προκειμένου να διαβιβαστεί στον Εισαγγελέα.

Μετάβαση στο περιεχόμενο